ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
|
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αρχικά το χωριό ήταν κτισμένο νότια του σημερινού στη θέση Κούκουρας και στο ύψωμα όπου βρίσκετε το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, άλλοτε ενοριακός ναός, που είναι και η παλαιότερη εκκλησία του χωριού. Καλύπτεται από δάσος βελανιδιάς και η είσοδος του Ιερού είναι μουσαμάς ή δέρμα που φέρει ζωγραφιά του Χριστού με χρονολογία 1871. Στο τέμπλο η παλιότερη εικόνα γράφει: «Δέησης του Δούλου του Θεού Κυργηάκου βραβόνηστα (Καληράχη) κτήτορας 1740». Πιθανόν στην περιοχή να εγκαταστάθηκαν και μερικές οικογένειες από την Καληράχη μετά την καταστροφή της.
Στη συνέχεια το χωριό μετακινήθηκε λίγο βορειότερα, ανατολικά από το εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, στη θέση Παλιοχώρι και Κρυοπήγαδο, για να προφυλαχθούν από τις επιθέσεις των τουρκαλβανών. Σήμερα συναντά κανείς εκεί πέτρινα χαλάσματα καθώς και το γκρεμισμένο νερόμυλο. Το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, ανακαινισμένο σήμερα, στο πίσω μέρος φέρει χρονολογία 1881.
Η θέση αυτή του χωριού βρισκόταν πάνω στο δρόμο της εποχής που συνέδεε τα Γρεβενά με τον Πεντάλοφο. Η διαδρομή από τα Γρεβενά ως τις Εκκλησιές διαρκούσε 3 ώρες. Στη συνέχεια ως τη Χρυσαυγή ½ ώρα και 1½ ώρα ακόμη μέχρι τον Πεντάλοφο. Η μετακίνηση άτακτων τουρκαλβανών ήταν συχνό φαινόμενο και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν και μετακινήθηκαν στη θέση του σημερινού παλιού χωριού (Κάτω Εκκλησιές) προκειμένου να φυλαχτούν. Η μετακίνηση αυτή έγινε στα τέλη του 19ου αιώνα. Φαίνεται όμως πως η μοίρα του ήταν να καταλήξει, ένα αιώνα μετά, στη σημερινή του νέα θέση (Άνω Εκκλησιές) πάνω στο σημερινό δρόμο Γρεβενά – Πεντάλοφος.
Στην έκθεσή του ο Επιθεωρητής Γ. Σακελλάρης, το 1941, γράφει: «Η Εκκλησιά έλαβε το νέον της όνομα από την ωραιοτάτην εκκλησίαν, ήτις εκτίσθη τελευταίως. Το παλαιόν της όνομα ήτο Βιβίστι, το οποίον, κατά την παράδοσιν εσήμαινε κατ’ άλλους μεν κρυψώνα, κατ’ άλλους δε η λέξις προήλθεν εκ του ‘’βία άστι’’ δηλαδή άστε να φύγωμε με βία. Το παλαιόν χωρίον, κατ’ αρχάς ήτο εκτισμένον εις την τοποθεσίαν ‘’Παλαιοχώρι’’ ΝΔ του σημερινού χωρίου. Εκεί υπάρχει εκκλησία της Αγίας Παρασκευής με εντειχισμένην πλάκα, ήτις φέρει χρονολογίαν.
Το κτίριον της αγίας Παρασκευής είναι νέον, διότι εκτίσθη η εκκλησία εκ νέου υπό των κατοίκων, οίτινες προέβλεψαν να εντειχίσουν την πλάκα με την παλαιάν χρονολογίαν. Εις την νέαν εκκλησίαν του χωρίου ευρίσκεται εικών του αγίου Αθανασίου με χρονολογίαν 1790».
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1879 πραγματοποιήθηκε ληστεία «εν τω μικρώ χριστιανικώ χωρίω Βιβίστι απέχοντι της Λαψίστης (Νεάπολη Βοΐου) 2½ ώρας» σε βάρος του Μητροπολίτου Σισανίου Αγαθαγγέλου Στεφανάκη. Ο Μητροπολίτης δάρθηκε και ληστεύτηκε από 12 οπλισμένους Τούρκους που του αφαίρεσαν την ποιμενική ράβδο, τα διακοσμητικά πετράδια της αρχιερατικής Μίτρας, το ωρολόγιο και ότι άλλο έφερε μαζί του. Το γεγονός ότι το χωριό ανήκει στη Μητρόπολη Γρεβενών και όχι στη Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης όπου ανήκουν τα διπλανά χωριά, έθεσε σε αμφιβολία πολλούς μελετητές για τον τόπο του συμβάντος. Πρόκειται όμως γι’ αυτό το χωριό καθώς βρισκόταν πάνω σε δρόμο.
Ο Αθανάσιος Τόλιος, στο βιβλίο του για τον Άγιο Κοσμά Γρεβενών, γράφει: «Ο Καλόγηρος ήταν αυτός που άρχισε την εισαγωγή όπλων από την απελευθερωμένη τότε Ελλάδα. Τα όπλα τα εισήγαγε κρυφά και τα αγοράζανε όλοι, ήταν κοντά γκράδες και τους χρειαζόνταν νάναι οπλισμένοι για να μπορούν έτσι ν’ αγωνισθούν πιο δραστικά για την απελευθέρωσή των». Για το Νικόλαο Γκάρα αναφέρει πως στα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα υπήρχε στο χωριό κάποιος ονόματι Χύτας. Αυτός πρόδιδε τις κινήσεις των αντάρτικων σωμάτων στους Τούρκους. Ο Γκάρας τον συνέλαβε κρυφά και τον οδήγησε στη θέση Λιντιβός και αφού τον κρέμασε στη συνέχεια τον έβαλε φωτιά. Έτσι σήμερα η θέση αυτή ονομάζεται και Καψόλακκος του Χύτα.
Ο Παπανικόλας Κουκόλης από το Δίλοφο, στο ημερολόγιό του, αναφέρεται τακτικά σε αυτούς. Γράφει: «1906 Απριλίου 4, τρίτην ημέραν του Πάσχα. Ήλθεν ο Λοχίας Αθανάσιος και εκατέγραψεν τα όπλα μαζί με αγγελιοφόρους Νικόλ. Γκάραν και Ιωάννην Καλόγηρον από χωρίον Βιβίστι και εφιλοξενήθησαν ώρας 10 και έφυγον δια Δέλνον (Πρόσβορο). Την άλλη μέρα πήγε ο Αναστάσιος Ιωαν. Κούρναβος στον Πεντάλοφο στον Μουδίρη Μεμέτ Αλή και τους επρόδωσε. Στις 12 του Μηνός αναχώρησε μυστικά για την Ελλάδα τον συνέλαβε όμως και τον σκότωσε ο Καπετάν Λίτζας Αντώνιος Βλαχόπουλος κοντά στο χωριό Ρίγκλαβον ως προδότη».
Στις 25 Απριλίου: «Ήλθεν ένας Καπιτάνιος Γεώργ. Σούλιος με 15 άτομα άμισθοι από κομιτάτον και την άλλην ημέραν εις τας 26 ήλθον και ο Νικόλ. Γκάρας και Ιωάννης Καλόγηρος από Βιβίστι και εις Αναστάσιος, Ζιοπανιώτης και η ώρα εις τας 8 ήλθον μέσα εις το χωρίον μας, εσύλλαβαν τον Ιωάννην Κούρναβον να τον φονεύσουν, επειδή επρόδωσεν ο υιός του. Και δεν τους άφησαν οι χωριανοί. Την στιγμήν εκείνην εσύλλαβαν ένα Τούρκο Σαλή΄ είχε φέρει αλεύρι΄ εσύλλαβον και τον Σουλιμάνη τον Ομάρ από Πλάζομη με 5 ζώα΄ έρχονταν να πάρη ξενιτεμένους διά Βέροιαν και τους επήραν μαζί με τα ζώα τους και τους έκαναν κατά τον Ντοσκόν (Δοτσικό) και τους Αγάδες τους εφόνευσαν οι αιμοβόροι άδικα και τα ζώα τους επήγαν εις Τρίκαλα και τα επούλησαν».
1907 Ιανουαρίου 3 «Ήλθον 4 αντάρται, ο Φλώρος Κάρας, Καλόγηρος, και εις Χρίστος Αλβανός, άνευ οπλαρχηγού΄ φιλοξενήθησαν ώρας 24 και έφυγαν δια χωρίον Ντόλον . . . . .».
«Εις τας 3 Μαρτίου (1907) ήλθον 5 αντάρται. Καλόγηρος από Βιβίστι, Καλύβας από Ζουπάν (Πεντάλοφο), Μιχαήλ Μονόφθαλμος εκ Βοχορίνας και Παναγιώτης εκ Βραβόνιστας (Καληράχη) και Αλέξης εκ Τίστας (Ζιάκα) άμισθοι, χωρίς πειθαρχίαν, και εφιλοξενήθησαν δύο ημέρες και έφυγον και επήγαν εις Ζουπάν».
«Εις τας 2 Απριλίου (1907) ήλθεν ο Νικόλαος Γκάρας αντάρτης, με πυρίτιδα΄ εκάθισεν ώρας 24 και έφυγεν δια Ζουπάνιον».
«1907. Εις τας 17 Απριλίου εις χωρίον Κριμίνιον εφόνευσαν οι Κριμινιώται τον Νικ. Γκάραν εκ Βιβίστι, Αναστάσιον Καλύβα από Ζουπάν και Αλέξην από Σπήλαιον΄ ο δε Μιχαήλ Μονόφθαλμος επληγώθη και έφυγεν μαζί με τον Βαγγέλη Παπαμήλιου. Εζητούσαν φόρον».
«Εις τας 29 Απριλίου ήλθεν ο Νάκας στα Γρεβενά, Καλόγηρος εκ Βιβίστι και Παναγιώτης εκ Βραβόνιστα αντάρται΄ εφιλοξενήθησαν ώρας 12 και έφυγαν δια Ντοσκόν».
«Τη 9η Αυγούστου (1907) ήλθον από αρχηγόν Λαχτάραν ο Δημ. Κωσταβέλης (αγγελιοφόρος από Δίλοφο), Ιωαν. Καλόγηρος και Παναγιώτης από Βραβόνιστα. Περίλαβον τα πολεμοφόδια (3.000 φυσίγγια συνάουρ και 400 φυσίγγια μάλινχερ) και τα επήγαν εις Βορβοσκόν (Επταχώρι). Ο δε Δημ. Κωσταβέλης έφυγεν δια Αμερικήν. Εκάθισαν εδώ ώρας 24». Ο Καλόγηρος ξαναπέρασε από το Δίλοφο στις 14 Αυγούστου.
«Εις τας 18 Νοεμβρίου (1907) ήλθον οι οπλίται του αρχηγού Ν. Λαχτάρα, Καλόγηρος και Ηλίας Μαλτέζος, με 3 φορτώματα όπλα και δύο φορτώματα φυσίγγια και εκάθησεν ώρας 24 και έφυγον δια Ντόλου. Ήλθεν και ο Παναγιώτης εκ Βραβόνιστας με 2 φορτώματα πυρίτιδα. Εκάθισεν μίαν εβδομάδα και έφυγεν δια Ζουπάν».
Ο Καλόγηρος ξαναπέρασε απ’ το χωριό στις 10-10-1907, στις 20-1-1908 και στις 19-6-1908. Τέλος, ο Καλόγερος μαζί με τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργόπουλο – Οικονόμου (Καπετάν Γκουντή) από τις Κυδωνιές, για ν΄ αποφύγουν τη σύλληψη από τους Τούρκους που έμαθαν για την παράνομη μεταφορά όπλων, έφυγαν στην Αμερική και επέστρεψαν το 1912 με την απελευθέρωση της Μακεδονίας.
Σχετικά με τη δράση του Νικόλαου Γκάρα, στο βιβλίο του Δημητρίου Γ. Γκαβανά ‘’Ροδοχώριον Βοΐου’’ (σελ. 62-64), όπου δημοσιεύονται επιστολές του δασκάλου Θωμά Παπαθανασίου και της δασκάλας Αφροδίτης Τσακίρα, διαβάζουμε: «…Υπηρέτησα δασκάλα εις το Ραδοβίστι το 1907 και 1908 και θυμούμαι τον Παναγ. Δαραβίγκαν, τον Γκάραν, τον Καλόγηρον, τον Μπάμπαν και άλλους και τον Παπαγιάννην που καθόμουνα στην νύμφη του Στέργινα που είχε το σπίτι αντίκρυ από την εκκλησία. Η Στέργινα με το θάρρος της έκρυψε τον κοντό γκρά υποκάτω εις τα ρούχα της και δεν τον βρήκανε οι Τούρκοι εις την έρευνα. Έρχονταν τακτικά οι αντάρτες. Θυμούμαι τους καπεταναίους Πούλακαν, Κοροπούλην, Γύπαρην, Κόρακαν και άλλους που ερχόταν το βράδυ και φεύγανε την ημέρα και το χωριό τους έστελνε εις τα δάση τρόφιμα, μερίμνη της επιτροπής. Θυμούμαι όμως και τον απαίσιο τύραννο της εποχής αυτής, τον ληστήν Γκαβό – Μιχάλη από την Βουχωρίνα…». Ο Θ. Παπαθανασίου, μεταξύ άλλων, γράφει: «Μερικοί αντάρται, πρώην κλέφτες, νοσταλγούντες την παλαιάν ζωήν, είχον αρχίσει να παρεκτρέπωνται. Μεταξύ αυτών πρώτος εις αγριότητα ήταν και ο …’’καπετάν’’ Μίχος Λάλος ή Γκαβός από την Βουχωρίνα…. Ο ληστοκαπετάνιος Μιχάλης ο Γκαβός με τους συντρόφους του, ένα Γκάρα από το Βιβίστι, ένα υψηλόν Αλέξην, έναν Βαγγέλην από το Ζουπάνι νομίζω, όστις εξετέλει και χρέη γραμματέως της συμμορίας κ.ά. ηξίωσε από τους εμπορευομένους του Κρημινίου να του καταβάλουν διακοσίας νομίζω λίρας, απειλών, ότι θα τους κάψη, αν δεν μετρηθή το ποσόν. Προ της αρνήσεως των Κριμηνιωτών, ο Γκαβός με τα καλά, αλλά ανόητα παλικάρια του, επέδραμε μίαν ημέραν ανοιξιάτικη του 1907 με πυροβολισμούς, εις το άκουσμα των οποίων, περί τους 25 ημείς από το Ραδοβίστι, έχοντες και τον αείμνηστον ιεροδιάκονα Στέφανον, ως αστραπή εφθάσαμεν εις Κριμήνι πυροβολούντες συνεχώς προς εκφοβισμόν των επιδρομέων και ενίσχυσιν του ηθικού των αμυνομένων. Όταν εφθάσαμεν εις την πλατείαν, ευρέθημεν πρό αποτροπαίου θλιβερού θεάματος. Τρία, νομίζω, πτώματα των ανταρτών (ληστών) έκειντο επί του πλακοστρώτου της πλατείας…». Τότε λοιπόν σκοτώθηκε ο Ν. Γκάρας που η δράση του, ανάμεσα στον εθνικό αγώνα και στη ληστεία, ήταν δυσδιάκριτη, όπως άλλωστε και τον περισσότερων αγωνιστών της περιοχής.
Σημείωση: Το άρθρο αυτό αποτελεί απόσπασμα από αδημοσίευτη εργασία του Αχιλλέα Γεωργόπουλου, σχετική με την ιστορία των οικισμών του νομού Γρεβενών.
|
|
Το παλιό χωριό



Ανω Εκκλησιές



|